ἑξάπεδος

ἑξά-πεδος [pron. full] [ᾰ], ον,
A six feet long, Hdt.2.149, IG14.352.1.62 ([place name] Halaesa).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εξάπεδος — ἑξάπεδος, ον και ἑξάπεζος, ον (Α) αυτός που ἔχει μήκος έξι ποδιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἕξ + πέζα (δωρικός τ.) «πόδι, πους»] …   Dictionary of Greek

  • ἑξαπέδου — ἑξάπεδος six feet masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • hexápeda — (del fr. «hexapède», de seis pies, del gr. «hexápedos») f. *Toesa (medida de longitud). * * * hexápeda. (Del fr. hexapède, de seis pies, y este del gr. ἑξάπεδος). f. Antigua medida de seis pies …   Enciclopedia Universal

  • εξάπους — ουν και εξάποδος, η, ο (AM ἑξάπους, ουν) 1. αυτός που έχει έξι πόδια 2. το ουδ. ως ουσ. τα εξάποδα τα έντομα ή ζώα που έχουν έξι πόδια 3. αυτός που έχει μήκος έξι ποδών, εξάπεδος 3. (μετρ.) ο στίχος που αποτελείται από έξι μετρικούς πόδες… …   Dictionary of Greek

  • hexápeda — (Del fr. hexapède, de seis pies, y este del gr. ἑξάπεδος). f. Antigua medida de seis pies …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.